Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Ήπιε τσάι με τον χαφιέ του!

       «Μέχρι τα 50 μου χρόνια, τα βιβλία μου μπορούσαν να διαβαστούν από τους Νοτιοαφρικανούς συμπατριώτες μου μόνον αφού περνούσαν από λογοκρισία», είπε ο -βραβευμένος με Νόμπελ- εβδομηντάχρονος συγγραφέας Τζ. Μ. Κουτσί σε ομιλία του στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Παρισιού.  Ο Κουτσί εξέθεσε μια άλλη πλευρά της ζωής του την εποχή του απαρτχάιντ· πριν από λίγα χρόνια έμαθε ότι ήταν και ο ίδιος θύμα του. 

       
     Όπως κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, το απαρτχάιντ όταν «πέθανε» άφησε πίσω του ένα μακρύ, βρόμικο χάρτινο ίχνος από φακέλους, υποπροϊόν του μηχανισμού παρακολούθησης των αρχών ασφαλείας. Το 2008, ένας ακαδημαϊκός ερευνητής πλησίασε τον Κουτσί και προσφέρθηκε να του δείξει αρχεία του νοτιοαφρικανικού κράτους, που είχε τυχαία ξεθάψει. Αυτά έδειχναν ολοκάθαρα πως αυτός και τα έργα του από τα '70ς ώς τις αρχές των '80ς είχαν μπει «στο μάτι» του Μεγάλου Αδελφού· ως ρουφιάνους και λογοκριτές είχε επιστρατεύσει συναδέλφους του Κουτσί και ανθρώπους του ευρύτερου κύκλου του, την εποχή που ήταν καθηγητής Λογοτεχνίας στο Κέιπ Τάουν.
      Στις «Ζωές των άλλων», ο Ανατολικογερμανός ρουφιάνος συμπάθησε τον καλλιτέχνη, που παρακολουθούσε μέσα από κοριούς και μικρόφωνα. Σε μια διαφορετική βερσιόν της ίδιας ιστορίας, ο Κουτσί έμαθε ότι ένας από τους λογοκριτές του ήταν συνάδελφός του, που τον είχε καλέσει για τσάι σπίτι του για μια κουβέντα γύρω από τη λογοτεχνία!
      «Η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν ήταν μεγάλη», εξήγησε ο Κουτσί. «Κάθε μέρα συναντιόμουν με ανθρώπους που μυστικά αποφάσιζαν αν θα έπρεπε να εκδοθεί το βιβλίο μου και να διαβαστεί ή όχι». Ετσι, την εποχή που το απαρτχάιντ πέρασε τον νόμο «Immorality Act» (Νόμος Ανηθικότητας), ο οποίος καθόρισε ως έγκλημα την «επαφή» και ανάμειξη ατόμων διαφορετικών φυλών, οι λογοκριτές επισήμαναν στους φακέλους πως το βιβλίο του «Στην καρδιά της χώρας», του 1977 (εκδόσεις «Scripta»), «αν και δείχνει σεξ ανάμεσα σε διαφορετικές ράτσες, θα διαβαστεί και θα είναι απολαυστικό μόνο για διανοούμενους».
     Το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του 1980 είχε τουλάχιστον 22 σημεία που ήταν ανεπιθύμητα για το καθεστώς, αλλά το σεξουαλικό περιεχόμενο του βιβλίου «δεν προκαλούσε πόθο». Το βραβευμένο με «Μπούκερ» «Βίος και Πολιτεία του Μάικ Κ.» του 1983 («Μεταίχμιο») εντοπίστηκε να φιλοξενεί «υποτιμητικές αναφορές και σχόλια για τη συμπεριφορά του κράτους και της αστυνομίας, και τους τρόπους με τους οποίους κάνει το καθήκον της».
      Σήμερα, το τραγικό για τον Κουτσί είναι πως όλοι αυτοί οι λογοκριτές, που στο σπίτι τους άκουγαν Μότσαρτ και διάβαζαν Τρόλοπ και Οστεν, πίστευαν πως απλώς έκαναν «μια καλή δουλειά» για τη χώρα. «Ενιωθαν σαν αφανείς ήρωες, φύλακες της Δημοκρατίας των Γραμμάτων. Και στα μάτια τους ήταν με το μέρος μου!»
      INFO: Ανάμεσα στα πολλά βιβλία του Τζ. Μ. Κουτσί που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι και το «Περί λογοκρισίας» (εκδόσεις «Πατάκη»). Σ' αυτό, ο κορυφαίος συγγραφέας βάζει στο στόχαστρό του τη Σοβιετική Ενωση του Στάλιν και τη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ. 
Πηγή: Βαγγέλης Βαγγελάτος, Ελευθεροτυπία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου