Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ταξίδι στην Αρχαία Ελλάδα!

   Γύριζα σπίτι μετά το σχολείο. Τελευταία ώρα είχαμε Ιστορία και κάναμε για τη «Χρυσή Εποχή» της Αθήνας. Το μάθημα μου άρεσε τόσο πολύ που το σκεφτόμουν καθώς περπατούσα. Ήμουν τόσο απορροφημένη στις σκέψεις που δεν πρόσεχα μπροστά μου. 
  Ξαφνικά κουτούλησα πάνω σε μια μεταλλική σφαίρα. Καθώς την περιεργαζόμουν είδα μια πινακίδα που έγραφε «Χρονο- μηχανή! Θέλεις να τη δοκιμάσεις; Πάτα το κόκκινο κουμπί!» Καθώς είμαι πολύ περίεργη και μου αρέσει η περιπέτεια, πάτησα το κόκκινο κουμπί. Αμέσως μια πόρτα άνοιξε και μπήκα μέσα στη σφαίρα.
  Μέσα στη χρονομηχανή ήταν πολύ σκοτεινά. Καθώς ψηλαφούσα τους τοίχους, πάτησα ένα κουμπί και ένα φως άναψε. Γύρω η χρονομηχανή ειχε πολλά κουμπιά και μια οθόνη. Πλησίασα την οθόνη και είδα ότι έγραφε: «Πού θέλεις να ταξιδέψεις;» Δακτυλογράφησα : «Στη χρυσή εποχή της Αθήνας.»
  Ακούστηκε ένας ήχος, σαν από μηχανάκι, που όλο και δυνάμωνε. Η χρονομηχανή τραντάχτηκε και άρχισε να πετάει. Μετά από λίγο προσγειώθηκε. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα. Παρατήρησα ότι όλοι οι άνθρωποι ήταν ντυμένοι περίεργα. Τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες και δεν φαινόταν να υπάρχουν ούτε αυτοκίνητα, ούτε λεωφορεία, ούτε τρόλεϊ… Γενικά η πόλη δεν έμοιαζε καθόλου με την Αθήνα που βρισκόμουν πριν λίγα λεπτά. Εγώ φορούσα ένα κόκκινο φόρεμα, μακρύ ως τον αστράγαλο. Φορούσα και δερμάτινα σανδάλια. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ήμουν στην αρχαία Ελλάδα!
   Μια κυρία με πλησίασε και μου μίλησε σε μια γλώσσα που, ως δια μαγείας, καταλάβαινα.
-Πώς σε λένε; με ρώτησε.
-Πηνελόπη! απάντησα. Δεν είναι το κανονικό μου όνομα, αλλά δεν ήξερα αν το Παναγιώτα υπήρχε εκείνη την εποχή.
-Είσαι από εδώ; με ξαναρώτησε.
-Όχι, ήρθα από μακριά! είπα.
-Θέλεις να μείνεις μαζί μου; είπε γλυκά.
  Της απάντησα «Ναι» και με οδήγησε ανάμεσα από τα σοκάκια της πόλης στο σπίτι της. Έμαθα ότι τη λένε Ασπασία και τον άντρα της Περικλή. Ενθουσιάστηκα. Θα ζούσα με τον Περικλή στην «Αρχαία Αθήνα».
  Μόλις φτάσαμε στο σπίτι, μας καλωσόρισε ένας χαμογελαστός άντρας. Ήταν ο Περικλής. Με χαιρέτησε και μου είπε να μείνω όσο θέλω στην Αθήνα. Μου έδειξε το δωμάτιό μου και έπεσα αμέσως για ύπνο.
  Την άλλη μέρα η Ασπασία με ξύπνησε σχετικά νωρίς. Ντύθηκα με τα ίδια ρούχα που φορούσα και χτες. Ο Περικλής με πήρε μαζί του στην Εκκλησία του Δήμου. Εκεί αποφασίστηκε να είμαι η επίτιμη προσκεκλημένη στην Αθήνα. Αυτό ήταν μεγάλο κατόρθωμα!
  Στην ώρα του φαγητού ο Περικλής με ενημέρωσε για ένα δημόσιο ναό που θα έκαναν. Ήταν ο Παρθενώνας. Μετά ο Περικλής προσφέρθηκε να μου δείξει την Αθήνα. Πρώτα μου έδειξε τη μεγάλη αγορά. Μετά με πήγε να επισκεφτώ άλλα μαγαζιά. Καθώς άρχισε να νυχτώνει γυρίσαμε «σπίτι».
  Η δεύτερη μέρα στην «Αρχαία Αθήνα» είχε τελειώσει χωρίς «απρόοπτα». Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν οι γονείς μου που δεν ήξεραν που ήμουν. Θεώρησα όμως πιο σωστό να πέσω για ύπνο από το να κάθομαι και να σκέφτομαι, εξάλλου την επόμενη μέρα θα πήγαινα με τον Περικλή να δω την οικοδομή του Παρθενώνα.
  Ξύπνησα και ξεκινήσαμε… Όταν φτάσαμε όλοι μας υποδέχτηκαν με χαρά και άρχισαν το χτίσιμο. Μόλις φύγαμε ο Περικλής με ρώτησε πώς μου φάνηκε. Εγώ απάντησα, «καταπληκτικά». Δηλαδή όχι απλώς καταπληκτικά! Έμαθα πως μετέφεραν και σήκωναν τα μάρμαρα. Έμαθα πως τους έδιναν σχήματα και άλλα πολλά. Ο Περικλής μου είπε ότι μπορώ να πηγαίνω στην οικοδομή κάθε μέρα. Τον ευχαρίστησα και έπεσα για ύπνο.
  Έτσι πέντε χρόνια πέρασαν γεμάτα εκπλήξεις, ευχάριστες και δυσάρεστες. Ο Περικλής και η Ασπασία με φρόντιζαν σαν παιδί τους, όμως νοστάλγησα το σπίτι μου. Τους το είπα και μου είπαν ότι την άλλη μέρα μπορούσα να φύγω. Η μέρα της αναχώρησης μου ήταν η ίδια με τα εγκαίνια του Παρθενώνα. Ήταν πολύ μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακός. Όταν η γιορτή τελείωσε χαιρέτησα όλους και ξεκίνησα για την χρονομηχανή.
  Όταν έφτασα στην εποχή μας τα αρχαιοελληνικά ρούχα μου είχαν εξαφανιστεί. Τη θέση τους είχαν πάρει τα κανονικά μου. Όταν γύρισα σπίτι, συνειδητοποίησα ότι έλειπα μόνο ένα λεπτό. Παραξενεύτηκα. Αφού οι γονείς μου δεν είχαν ανησυχήσει, δεν θα είχα να δίνω εξηγήσεις.
  Το ταξίδι αυτό μου είχε λύσει πολλές απορίες. Πώς οι Αθηναίοι σήκωναν και μετακινούσαν τα μάρμαρα; Πώς έμοιαζε παλιά ο Παρθενώνας; Πώς ήταν η ζωή τότε; και άλλες.
  Είχε όμως δημιουργήσει και πολλές. Πέντε χρόνια στο παρελθόν αντιστοιχούν σε ένα λεπτό στο παρόν; Αυτό το ταξίδι ήταν αλήθεια ή φαντασία; και άλλες. Άραγε αυτές θα τις απαντήσω ποτέ; 
Από τη μαθήτρια Παναγιώτα Χ.

2 σχόλια:

  1. Άψογο! Μεγάλη φαντασία και γνώση. Για να γράψεις ένα τέτοιο κείμενο δεν φτάνει μόνο η φαντασία. Συνέχισε να γράφεις. Έχεις μεγάλο ταλέντο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή